Αrt2131 Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Κατά την κατεργασία του ελαιοκάρπου στα ελαιουργεία, παράλληλα με το ελαιόλαδο παράγεται και μία σειρά παραπροϊόντων. Αυτά είναι ο ελαιοπυρήνας, που αποτελείται από τα αλεσμένα στερεά συστατικά του καρπού (κυρίως του κουκουτσιού), τα ελαιόφυλλα που έχουν μεταφερθεί με τον ελαιόκαρπο και μια σημαντική σε όγκο και οργανικό φορτίο ποσότητα υγρών αποβλήτων, που είναι γνωστά ως "λιοζούμι", "κατσίγαρος" ή "μούργα".Ο κατσίγαρος συνίσταται από το υδατικό κλάσμα του χυμού του ελαιοκάρπου και από το νερό που χρησιμοποιείται στις διάφορες φάσεις παραγωγής του λαδιού στο ελαιουργείο. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα υδατικό φυτικό εκχύλισμα, που περιέχει μία σειρά από ουσίες όπως σάκχαρα, αζωτούχες ενώσεις, οργανικά οξέα, πολυαλκοόλες, πολυφαινόλες και υπολείμματα ελαίου. Η άμεση επίπτωση του κατσίγαρου στο περιβάλλον είναι η αισθητική υποβάθμιση που προκαλεί και η οποία οφείλεται στην έντονη οσμή του και στο σκούρο χρώμα του.
Παράλληλα, εξαιτίας του υψηλού οργανικού φορτίου που περιέχει, είναι πιθανόν να δημιουργήσει ευτροφικά φαινόμενα σε περιπτώσεις που καταλήγει σε αποδέκτες με μικρή ανακυκλοφορία νερών (κλειστούς θαλάσσιους κόλπους, λίμνες κ.τ.λ). Από τα συστατικά που περιέχονται στον κατσίγαρο, οι πολυφαινόλες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι από τη μία πλευρά προσδίδουν στα απόβλητα τοξικές ιδιότητες έναντι των φυτών και αποδομούνται με βραδύ σχετικά ρυθμό από εξειδικευμένες ομάδες μικροοργανισμών, ενώ από την άλλη είναι υπεύθυνες για τη συντήρηση της ποιότητας του λαδιού στο χρόνο (χαμηλή οξύτητα) ως φυσικό συντηρητικό. Επειδή η παραγωγή του ελαιολάδου είναι μία φυσική διαδικασία, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατσίγαρος δεν περιέχει άλλες ουσίες που είναι ιδιαίτερα τοξικές, όπως τα βαρέα μέταλλα και οι συνθετικές οργανικές ενώσεις.
Το υψηλό οργανικό φορτίο του κατσίγαρου σε συνάρτηση με την παρουσία των πολυφαινολών δεν επιτρέπει την απευθείας διάθεση του στο περιβάλλον, αλλά καθιστά αναγκαία την πρότερη επεξεργασία του. Για την επεξεργασία και διάθεση του κατσίγαρου έχουν δοκιμαστεί διάφορες μέθοδοι σε εργαστηριακή και πραγματική κλίμακα. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει προταθεί μία ολοκληρωμένη λύση, αλλά έχουν εφαρμοστεί διάφορες τεχνικές κατά περίπτωση που παρουσιάζουν ορισμένα μειονεκτήματα τεχνικής ή οικονομικής φύσεως και δεν έχουν επιλύσει ικανοποιητικά το πρόβλημα
Συγκεκριμένα, έχει εφαρμοστεί η διάθεση του κατσίγαρου σε λίμνες εξάτμισης (Κρήτη), σε λάκκους (Χίος) ή στο έδαφος (Κύπρος), μέθοδοι που απαιτούν μεγάλες εκτάσεις για τη διάθεση των αποβλήτων και συχνά δημιουργούν αισθητικά προβλήματα εξαιτίας της -πολλές φορές- κακής διαστασιολόγησης και κατασκευής των συστημάτων αυτών. Έχει εφαρμοστεί η μετατροπή των ελαιουργείων από τριφασικά σε διφασικά (Ισπανία), διαδικασία που μειώνει σημαντικά τον όγκο του απαιτούμενο νερό στο ελαιουργείο και κατά συνέπεια τον όγκο των παραγόμενων υγρών αποβλήτων, αλλά μεταθέτει την αντιμετώπιση του προβλήματος σε ένα μίγμα πυρήνα-κατσίγαρου.
Παράλληλα, σε πιλοτική κλίμακα έχει δοκιμαστεί η παραγωγή υγρού εδαφοβελτιωτικού (Καλαμάτα) ή κομπόστας από τον κατσίγαρο (Κρήτη, Καλαμάτα), διαδικασία που προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς αγοράς για τη διάθεση του παραγόμενου υλικού. Έχουν εφαρμοστεί η χημική οξείδωση (Κρήτη) και η αναερόβια χώνευση του κατσίγαρου (Κρήτη), τεχνικές με υψηλό λειτουργικό και κατασκευαστικό κόστος, αντίστοιχα.
Έχει δοκιμαστεί επίσης, η συνεπεξεργασία του κατσίγαρου με αστικά λύματα σε τεχνητούς υγρότοπους ή σε μονάδες ενεργού ιλύος (Κρήτη), τεχνική που προαπαιτεί σημαντική αραίωση του κατσίγαρου.
Τέλος, έχει δοκιμαστεί ο διαχωρισμός του κατσίγαρου σε κλάσματα με τη βοήθεια φυσικής καθίζησης (Σάμος), τεχνική που απαιτεί τον συνδυασμό της με κάποια από τις προαναφερθείσες μεθόδους για να δώσει ικανοποιητικό βαθμό καθαρισμού των αποβλήτων.
Τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί σε εργαστηριακή κλίμακα η ανάκτηση των πολυφαινολών από τον κατσίγαρο με χρήση μεμβρανών, ώστε να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία αρωμάτων και φαρμάκων. Η εκμετάλλευση των αποβλήτων με την παραπάνω μέθοδο φαίνεται ότι είναι τεχνικά δυνατή, αλλά είναι νωρίς για να είναι εφικτή η εφαρμογή της σε μεγάλη κλίμακα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, εξαιτίας, της μεγάλης διακύμανσης στα χαρακτηριστικά των ελαιουργείων (γεωγραφική θέση, δυναμικότητα, τοποθεσία, χρήση νερού και άλλα), αλλά και στην ποιότητα και ποσότητα των παραγόμενων αποβλήτων δεν φαίνεται να υπάρχει μία λύση που να είναι άμεσα εφαρμόσιμη σε όλα τα ελαιουργεία της Περιφέρειας.
ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Τα απόβλητα των ελαιοτριβείων αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα της Μεσογείου, λόγω της άκριτης διάθεσης τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, περίπου το 95% της παγκόσμιας παραγωγής ελαιόλαδου παράγεται από μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις Μεσογειακών χωρών.
Για λίπανση των ελαιώνων τα απόβλητα των ελαιουργείων
Τα λιόζουμα (κατσίγαρος) των ελαιοτριβείων είναι χρήσιμο υγρό λίπασμα (υδρολίπανση εδαφών) για ελαιώνες- δενδροκαλλιέργειες και όχι απόβλητο για τα ρέματα.
Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι γιατί οι ελαιοπαραγωγοί μπορούν τώρα να ζητούν επιπλέον το διαθέσιμο υγρό λίπασμα για τους ελαιώνες τους μειώνοντας το κόστος αγοράς λιπασμάτων, αλλά και τα ίδια τα λιοτρίβια να έχουν τη δυνατότητα αδειοδότησης χωρίς ιδιαίτερα κοστοβόρες περιβαλλοντικές επενδύσεις.
Με την τροποποίηση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) που αφορά μέτρα εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων των ελαιοτριβείων (ΦΕΚ 3924/Β/7-12-2016) αντιμετωπίζεται ένα χρόνιο νομοθετικό πρόβλημα.
Η υπογραφή της εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί καθοριστικό βήμα ώστε να υπάρξει μια βιώσιμη λύση. Παράλληλα, προωθεί τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κυκλικής οικονομίας με περαιτέρω χρήση των υποπροϊόντων της παραγωγικής διαδικασίας του αγροδιατροφικού τομέα.
Η ΚΥΑ αποτελεί την πρώτη σοβαρή και συντονισμένη προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος διαχείρισης των αποβλήτων ελαιουργείων, με προσανατολισμό στην ανάπτυξη και εξέταση εναλλακτικών προσεγγίσεων που είναι τεχνικά ορθές και βιώσιμες.
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Κατά την κατεργασία του ελαιοκάρπου στα ελαιουργεία, παράλληλα με το ελαιόλαδο παράγεται και μία σειρά παραπροϊόντων. Αυτά είναι ο ελαιοπυρήνας, που αποτελείται από τα αλεσμένα στερεά συστατικά του καρπού (κυρίως του κουκουτσιού), τα ελαιόφυλλα που έχουν μεταφερθεί με τον ελαιόκαρπο και μια σημαντική σε όγκο και οργανικό φορτίο ποσότητα υγρών αποβλήτων, που είναι γνωστά ως "λιοζούμι", "κατσίγαρος" ή "μούργα".Ο κατσίγαρος συνίσταται από το υδατικό κλάσμα του χυμού του ελαιοκάρπου και από το νερό που χρησιμοποιείται στις διάφορες φάσεις παραγωγής του λαδιού στο ελαιουργείο. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα υδατικό φυτικό εκχύλισμα, που περιέχει μία σειρά από ουσίες όπως σάκχαρα, αζωτούχες ενώσεις, οργανικά οξέα, πολυαλκοόλες, πολυφαινόλες και υπολείμματα ελαίου. Η άμεση επίπτωση του κατσίγαρου στο περιβάλλον είναι η αισθητική υποβάθμιση που προκαλεί και η οποία οφείλεται στην έντονη οσμή του και στο σκούρο χρώμα του.
Παράλληλα, εξαιτίας του υψηλού οργανικού φορτίου που περιέχει, είναι πιθανόν να δημιουργήσει ευτροφικά φαινόμενα σε περιπτώσεις που καταλήγει σε αποδέκτες με μικρή ανακυκλοφορία νερών (κλειστούς θαλάσσιους κόλπους, λίμνες κ.τ.λ). Από τα συστατικά που περιέχονται στον κατσίγαρο, οι πολυφαινόλες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι από τη μία πλευρά προσδίδουν στα απόβλητα τοξικές ιδιότητες έναντι των φυτών και αποδομούνται με βραδύ σχετικά ρυθμό από εξειδικευμένες ομάδες μικροοργανισμών, ενώ από την άλλη είναι υπεύθυνες για τη συντήρηση της ποιότητας του λαδιού στο χρόνο (χαμηλή οξύτητα) ως φυσικό συντηρητικό. Επειδή η παραγωγή του ελαιολάδου είναι μία φυσική διαδικασία, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατσίγαρος δεν περιέχει άλλες ουσίες που είναι ιδιαίτερα τοξικές, όπως τα βαρέα μέταλλα και οι συνθετικές οργανικές ενώσεις.
Το υψηλό οργανικό φορτίο του κατσίγαρου σε συνάρτηση με την παρουσία των πολυφαινολών δεν επιτρέπει την απευθείας διάθεση του στο περιβάλλον, αλλά καθιστά αναγκαία την πρότερη επεξεργασία του. Για την επεξεργασία και διάθεση του κατσίγαρου έχουν δοκιμαστεί διάφορες μέθοδοι σε εργαστηριακή και πραγματική κλίμακα. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει προταθεί μία ολοκληρωμένη λύση, αλλά έχουν εφαρμοστεί διάφορες τεχνικές κατά περίπτωση που παρουσιάζουν ορισμένα μειονεκτήματα τεχνικής ή οικονομικής φύσεως και δεν έχουν επιλύσει ικανοποιητικά το πρόβλημα
Συγκεκριμένα, έχει εφαρμοστεί η διάθεση του κατσίγαρου σε λίμνες εξάτμισης (Κρήτη), σε λάκκους (Χίος) ή στο έδαφος (Κύπρος), μέθοδοι που απαιτούν μεγάλες εκτάσεις για τη διάθεση των αποβλήτων και συχνά δημιουργούν αισθητικά προβλήματα εξαιτίας της -πολλές φορές- κακής διαστασιολόγησης και κατασκευής των συστημάτων αυτών. Έχει εφαρμοστεί η μετατροπή των ελαιουργείων από τριφασικά σε διφασικά (Ισπανία), διαδικασία που μειώνει σημαντικά τον όγκο του απαιτούμενο νερό στο ελαιουργείο και κατά συνέπεια τον όγκο των παραγόμενων υγρών αποβλήτων, αλλά μεταθέτει την αντιμετώπιση του προβλήματος σε ένα μίγμα πυρήνα-κατσίγαρου.
Παράλληλα, σε πιλοτική κλίμακα έχει δοκιμαστεί η παραγωγή υγρού εδαφοβελτιωτικού (Καλαμάτα) ή κομπόστας από τον κατσίγαρο (Κρήτη, Καλαμάτα), διαδικασία που προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς αγοράς για τη διάθεση του παραγόμενου υλικού. Έχουν εφαρμοστεί η χημική οξείδωση (Κρήτη) και η αναερόβια χώνευση του κατσίγαρου (Κρήτη), τεχνικές με υψηλό λειτουργικό και κατασκευαστικό κόστος, αντίστοιχα.
Έχει δοκιμαστεί επίσης, η συνεπεξεργασία του κατσίγαρου με αστικά λύματα σε τεχνητούς υγρότοπους ή σε μονάδες ενεργού ιλύος (Κρήτη), τεχνική που προαπαιτεί σημαντική αραίωση του κατσίγαρου.
Τέλος, έχει δοκιμαστεί ο διαχωρισμός του κατσίγαρου σε κλάσματα με τη βοήθεια φυσικής καθίζησης (Σάμος), τεχνική που απαιτεί τον συνδυασμό της με κάποια από τις προαναφερθείσες μεθόδους για να δώσει ικανοποιητικό βαθμό καθαρισμού των αποβλήτων.
Τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί σε εργαστηριακή κλίμακα η ανάκτηση των πολυφαινολών από τον κατσίγαρο με χρήση μεμβρανών, ώστε να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία αρωμάτων και φαρμάκων. Η εκμετάλλευση των αποβλήτων με την παραπάνω μέθοδο φαίνεται ότι είναι τεχνικά δυνατή, αλλά είναι νωρίς για να είναι εφικτή η εφαρμογή της σε μεγάλη κλίμακα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, εξαιτίας, της μεγάλης διακύμανσης στα χαρακτηριστικά των ελαιουργείων (γεωγραφική θέση, δυναμικότητα, τοποθεσία, χρήση νερού και άλλα), αλλά και στην ποιότητα και ποσότητα των παραγόμενων αποβλήτων δεν φαίνεται να υπάρχει μία λύση που να είναι άμεσα εφαρμόσιμη σε όλα τα ελαιουργεία της Περιφέρειας.
ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Τα απόβλητα των ελαιοτριβείων αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα της Μεσογείου, λόγω της άκριτης διάθεσης τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, περίπου το 95% της παγκόσμιας παραγωγής ελαιόλαδου παράγεται από μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις Μεσογειακών χωρών.
Για λίπανση των ελαιώνων τα απόβλητα των ελαιουργείων
Τα λιόζουμα (κατσίγαρος) των ελαιοτριβείων είναι χρήσιμο υγρό λίπασμα (υδρολίπανση εδαφών) για ελαιώνες- δενδροκαλλιέργειες και όχι απόβλητο για τα ρέματα.
Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι γιατί οι ελαιοπαραγωγοί μπορούν τώρα να ζητούν επιπλέον το διαθέσιμο υγρό λίπασμα για τους ελαιώνες τους μειώνοντας το κόστος αγοράς λιπασμάτων, αλλά και τα ίδια τα λιοτρίβια να έχουν τη δυνατότητα αδειοδότησης χωρίς ιδιαίτερα κοστοβόρες περιβαλλοντικές επενδύσεις.
Με την τροποποίηση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) που αφορά μέτρα εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων των ελαιοτριβείων (ΦΕΚ 3924/Β/7-12-2016) αντιμετωπίζεται ένα χρόνιο νομοθετικό πρόβλημα.
Η υπογραφή της εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί καθοριστικό βήμα ώστε να υπάρξει μια βιώσιμη λύση. Παράλληλα, προωθεί τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κυκλικής οικονομίας με περαιτέρω χρήση των υποπροϊόντων της παραγωγικής διαδικασίας του αγροδιατροφικού τομέα.
Η ΚΥΑ αποτελεί την πρώτη σοβαρή και συντονισμένη προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος διαχείρισης των αποβλήτων ελαιουργείων, με προσανατολισμό στην ανάπτυξη και εξέταση εναλλακτικών προσεγγίσεων που είναι τεχνικά ορθές και βιώσιμες.
Έτσι τα υποπροϊόντα της ελαιουργίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως λίπασμα ή να οδηγηθούν σε περαιτέρω διαχείριση όπως η χρήση του κατσίγαρου ως πρώτη ύλη ζωοτροφών ή η χρήση του πυρηνα ως πρώτη ύλη κατασκευής πέλλετς η ακόμα και συμπληρωμάτων διατροφής.
Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι πρόσφατα ο νόμος επέτρεπε μόνο στα πυρηνελαιουργεία να διαχειρίζονται τον πυρήνα της ελιάς.
Σύμφωνα με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας, μετατρέπουμε ένα υποπροϊόν της ελαιουργίας, το οποίο μέχρι σήμερα θεωρούταν επικίνδυνο απόβλητο, σε πολύτιμο λίπασμα. Σε όλη την σφαίρα της οικονομίας, αυτά τα οποία σήμερα αποκαλούνται απόβλητα μπορούν να μετατραπούν σε πολύτιμα συστατικά για την υπόλοιπη παραγωγική διαδικασία.
Η επαναχρησιμοποίηση των ωφέλιμων αποβλήτων των ελαιοτριβείων ως λιπάσματος και εδαφοβελτιωτικού δίνει διέξοδο σε χρόνια προβλήματα της ελαιοπαραγωγής και των καλλιεργητών, με τρόπο φθηνό και περιβαλλοντικά ορθό. Είναι μια σύγχρονη επιλογή βασισμένη στη γνώση και στην εξέλιξη της επιστήμης, που στηρίζεται στην ορθή καλλιεργητική πρακτική.
Επιπλέον, υποστηρίζει την ανταγωνιστικότητα ενός ελληνικού εξαγώγιμου προϊόντος με ταυτότητα, βελτιώνοντας την ποιότητά του, αλλά και το εισόδημα αγροτών και ελαιουργείων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των νησιωτικών περιοχών.
Σημαντικό όφελος από την εφαρμογή της ΚΥΑ θα έχουν πολλές περιοχές της χώρας με σημαντική ελαιουργική παραγωγή όπως οι νομοί Μεσσηνίας, Ηρακλείου, Λακωνίας, Λέσβου, Χανίων, Ηλείας, Φθιώτιδας, Ευβοίας, Μαγνησίας, Αιτωλοακαρνανίας, Κέρκυρας, Αχαΐας, Σάμου, Δωδεκανήσου, Χαλκιδικής αλλά και όλα τα μικρά νησιά όπου υπάρχει ένα ή λίγα ελαιουργεία.
Με τη συγκεκριμένη απόφαση, δίνονται νέες δυνατότητες απλοποιημένης αδειοδότησης περιβαλλοντικών όρων και λειτουργίας. Έτσι, με την υπαγωγή τους στην απλοποιημένη διαδικασία των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ), οι ελαιουργοί, εκτός από να αποθηκεύουν τα απόβλητα των ελαιουργείων τους σε εδαφοδεξαμενές εξάτμισης, θα μπορούν εναλλακτικά:
α) να διαθέτουν τα υγρά παραπροϊόντα των ελαιουργείων τους ως υδρολίπανση των ελαιώνων και άλλων δενδρωδών καλλιεργειών, σε κατάλληλα εδάφη, μέχρι 8 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα ετησίως, που αποτελεί μια καλή περιβαλλοντική πρακτική η οποία εφαρμόζεται εδώ και 15 χρόνια σε χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία κ.ά.
β) να μεταφέρουν τα παραπροϊόντα των ελαιουργείων τους, ανά περιοχή ενδιαφέροντος, σε κεντρικούς βιομηχανικούς φορείς επεξεργασίας αποβλήτων, δημιουργώντας τελικά παραγόμενα προϊόντα υψηλής ζήτησης, με μεγάλη προστιθέμενη αξία Αυτό αφορά όχι μόνο τον κατσίγαρο αλλά και τον πυρήνα, που μπορουν να οδηγηθούν, εκτός από τα πυρηνελαιουργεία, και σε άλλες μονάδες (π.χ. κομποστοποίηση, πέλλετς κλπ)
Επιπλέον, το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης θα προχωρήσει στο επόμενο διάστημα στην έκδοση προσκλήσεων μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία» (ΕΠΑνΕΚ) του νέου ΕΣΠΑ, στις οποίες θα μπορούν να υποβληθούν, μεταξύ άλλων, προτάσεις για επενδυτικά σχέδια που θα αφορούν τη διαχείριση των αποβλήτων ελαιοτριβείων.
Πρακτικές πληροφορίες:
1. Τα περισσότερα ελαιοτριβεία, ιδίως τα μικρά, είναι τριφασικά, δηλαδή παράγουν λάδι, πυρήνα και λιόζουμα - κατσίγαρο. Τα διφασικά ελαιοτριβεία παράγουν λάδι και πυρήνα, που όμως έχει μεγάλο ποσοστό υγρασίας. Επομένως το πρόβλημα των υγρών παραπροϊόντων εντοπίζεται στα τριφασικά ελαιοτριβεία.
2. Η συντριπτική πλειοψηφία των τριφασικών ελαιοτριβείων ήδη διαθέτουν στεγανές δεξαμενές για τον κατσίγαρο, όπου απαιτείται η παραμονή του για καθίζηση πάνω από 3 ώρες. Επομένως, μετά από την καθίζηση, ο κατσίγαρος μπορεί να μεταφέρεται σε άλλες δεξαμενές, ή να μεταφορτώνεται σε βυτία για μεταφορά στα κατάλληλα εδάφη, ή να διοχετεύεται με σωληνώσεις στα εδάφη που θα υδρολιπαίνονται.
3. Το κάθε ελαιοτριβείο θα πρέπει να γνωστοποιεί με τεχνική έκθεση τις υπηρεσίες για το σχέδιο υδρολίπανσης, και κατάλληλες δειγματοληπτικές μετρήσεις εδάφους πριν και μετά την υδρολίπανση. Η απαιτούμενη τεχνική έκθεση δεν είναι κοστοβόρα και εξαρτάται από τον όγκο του κατσίγαρου.
4. Η απόρριψη του κατσίγαρου στα ρέματα και στα ποτάμια δημιουργεί ευτροφισμό, λόγω της υψηλότατης περιεκτικότητας σε φαινόλες, που δεσμεύουν το οξυγόνο στο νερό και σκοτώνουν τους υγρόβιους ζωντανούς οργανισμούς.
. Η απόρριψη του κατσίγαρου σε κατάλληλα εδάφη, και σε κατάλληλη δοσολογία, δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αντίθετα, ο κατσίγαρος αποτελεί υγρό λίπασμα για ελαιώνες και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες, μειώνοντας τα κόστη για στερεό λίπασμα.
6. Ο κατσίγαρος δεν περιέχει βαρέα μέταλλα.
7. Οι ελαιοπαραγωγοί έχουν κάθε λόγο να ζητούν από τον ελαιοτριβέα, μετά την ελαιοκόμηση, την υδρολίπανση των ελαιώνων τους. Δημιουργείται έτσι ζήτηση για τον κατσίγαρο, που διαφορετικά θα απορρίπτονταν ως απόβλητο στα ρέματα. Επίσης, μπορούν και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες να υδρολιπαίνονται, αυξάνοντας τις δυνατότητες διάθεσης του κατσίγαρου.
Βασίλης Μπάλλας
«Οικολογικός Άνεμος Βόρειου Αιγαίου»
Δήμητρα Λυμπεροπούλου
«Πελοπόννησος Οικολογική»
www.fotavgeia.blogspot.com
Σύμφωνα με τις αρχές της κυκλικής οικονομίας, μετατρέπουμε ένα υποπροϊόν της ελαιουργίας, το οποίο μέχρι σήμερα θεωρούταν επικίνδυνο απόβλητο, σε πολύτιμο λίπασμα. Σε όλη την σφαίρα της οικονομίας, αυτά τα οποία σήμερα αποκαλούνται απόβλητα μπορούν να μετατραπούν σε πολύτιμα συστατικά για την υπόλοιπη παραγωγική διαδικασία.
Η επαναχρησιμοποίηση των ωφέλιμων αποβλήτων των ελαιοτριβείων ως λιπάσματος και εδαφοβελτιωτικού δίνει διέξοδο σε χρόνια προβλήματα της ελαιοπαραγωγής και των καλλιεργητών, με τρόπο φθηνό και περιβαλλοντικά ορθό. Είναι μια σύγχρονη επιλογή βασισμένη στη γνώση και στην εξέλιξη της επιστήμης, που στηρίζεται στην ορθή καλλιεργητική πρακτική.
Επιπλέον, υποστηρίζει την ανταγωνιστικότητα ενός ελληνικού εξαγώγιμου προϊόντος με ταυτότητα, βελτιώνοντας την ποιότητά του, αλλά και το εισόδημα αγροτών και ελαιουργείων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των νησιωτικών περιοχών.
Σημαντικό όφελος από την εφαρμογή της ΚΥΑ θα έχουν πολλές περιοχές της χώρας με σημαντική ελαιουργική παραγωγή όπως οι νομοί Μεσσηνίας, Ηρακλείου, Λακωνίας, Λέσβου, Χανίων, Ηλείας, Φθιώτιδας, Ευβοίας, Μαγνησίας, Αιτωλοακαρνανίας, Κέρκυρας, Αχαΐας, Σάμου, Δωδεκανήσου, Χαλκιδικής αλλά και όλα τα μικρά νησιά όπου υπάρχει ένα ή λίγα ελαιουργεία.
Με τη συγκεκριμένη απόφαση, δίνονται νέες δυνατότητες απλοποιημένης αδειοδότησης περιβαλλοντικών όρων και λειτουργίας. Έτσι, με την υπαγωγή τους στην απλοποιημένη διαδικασία των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ), οι ελαιουργοί, εκτός από να αποθηκεύουν τα απόβλητα των ελαιουργείων τους σε εδαφοδεξαμενές εξάτμισης, θα μπορούν εναλλακτικά:
α) να διαθέτουν τα υγρά παραπροϊόντα των ελαιουργείων τους ως υδρολίπανση των ελαιώνων και άλλων δενδρωδών καλλιεργειών, σε κατάλληλα εδάφη, μέχρι 8 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα ετησίως, που αποτελεί μια καλή περιβαλλοντική πρακτική η οποία εφαρμόζεται εδώ και 15 χρόνια σε χώρες όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία κ.ά.
β) να μεταφέρουν τα παραπροϊόντα των ελαιουργείων τους, ανά περιοχή ενδιαφέροντος, σε κεντρικούς βιομηχανικούς φορείς επεξεργασίας αποβλήτων, δημιουργώντας τελικά παραγόμενα προϊόντα υψηλής ζήτησης, με μεγάλη προστιθέμενη αξία Αυτό αφορά όχι μόνο τον κατσίγαρο αλλά και τον πυρήνα, που μπορουν να οδηγηθούν, εκτός από τα πυρηνελαιουργεία, και σε άλλες μονάδες (π.χ. κομποστοποίηση, πέλλετς κλπ)
Επιπλέον, το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης θα προχωρήσει στο επόμενο διάστημα στην έκδοση προσκλήσεων μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία» (ΕΠΑνΕΚ) του νέου ΕΣΠΑ, στις οποίες θα μπορούν να υποβληθούν, μεταξύ άλλων, προτάσεις για επενδυτικά σχέδια που θα αφορούν τη διαχείριση των αποβλήτων ελαιοτριβείων.
Πρακτικές πληροφορίες:
1. Τα περισσότερα ελαιοτριβεία, ιδίως τα μικρά, είναι τριφασικά, δηλαδή παράγουν λάδι, πυρήνα και λιόζουμα - κατσίγαρο. Τα διφασικά ελαιοτριβεία παράγουν λάδι και πυρήνα, που όμως έχει μεγάλο ποσοστό υγρασίας. Επομένως το πρόβλημα των υγρών παραπροϊόντων εντοπίζεται στα τριφασικά ελαιοτριβεία.
2. Η συντριπτική πλειοψηφία των τριφασικών ελαιοτριβείων ήδη διαθέτουν στεγανές δεξαμενές για τον κατσίγαρο, όπου απαιτείται η παραμονή του για καθίζηση πάνω από 3 ώρες. Επομένως, μετά από την καθίζηση, ο κατσίγαρος μπορεί να μεταφέρεται σε άλλες δεξαμενές, ή να μεταφορτώνεται σε βυτία για μεταφορά στα κατάλληλα εδάφη, ή να διοχετεύεται με σωληνώσεις στα εδάφη που θα υδρολιπαίνονται.
3. Το κάθε ελαιοτριβείο θα πρέπει να γνωστοποιεί με τεχνική έκθεση τις υπηρεσίες για το σχέδιο υδρολίπανσης, και κατάλληλες δειγματοληπτικές μετρήσεις εδάφους πριν και μετά την υδρολίπανση. Η απαιτούμενη τεχνική έκθεση δεν είναι κοστοβόρα και εξαρτάται από τον όγκο του κατσίγαρου.
4. Η απόρριψη του κατσίγαρου στα ρέματα και στα ποτάμια δημιουργεί ευτροφισμό, λόγω της υψηλότατης περιεκτικότητας σε φαινόλες, που δεσμεύουν το οξυγόνο στο νερό και σκοτώνουν τους υγρόβιους ζωντανούς οργανισμούς.
. Η απόρριψη του κατσίγαρου σε κατάλληλα εδάφη, και σε κατάλληλη δοσολογία, δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Αντίθετα, ο κατσίγαρος αποτελεί υγρό λίπασμα για ελαιώνες και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες, μειώνοντας τα κόστη για στερεό λίπασμα.
6. Ο κατσίγαρος δεν περιέχει βαρέα μέταλλα.
7. Οι ελαιοπαραγωγοί έχουν κάθε λόγο να ζητούν από τον ελαιοτριβέα, μετά την ελαιοκόμηση, την υδρολίπανση των ελαιώνων τους. Δημιουργείται έτσι ζήτηση για τον κατσίγαρο, που διαφορετικά θα απορρίπτονταν ως απόβλητο στα ρέματα. Επίσης, μπορούν και άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες να υδρολιπαίνονται, αυξάνοντας τις δυνατότητες διάθεσης του κατσίγαρου.
Βασίλης Μπάλλας
«Οικολογικός Άνεμος Βόρειου Αιγαίου»
Δήμητρα Λυμπεροπούλου
«Πελοπόννησος Οικολογική»
www.fotavgeia.blogspot.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου