Όξυνση αντιπαραθέσεων, ημίμετρα ή προάγγελος μελλοντικών τομών στις πολιτικές που εφαρμόζει η ΕΚΤ;, του Βαγγέλη Κυζηράκου
(α)
Αντιπαράθεση υποστηρικτών παρεμβατικών πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης με
υποστηρικτές συνέχισης της λιτότητας και αγνόησης του κινδύνου
αποπληθωρισμού
Η αντιπαράθεση μεταξύ σημαντικών «παικτών» της διεθνής οικονομικής
ζωής για την πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί στην Ευρωζώνη πήρε
πρόσφατα μια νέα τροπή. Οι Financial Times, μια εφημερίδα
θεσμός που εκφράζει αλλά και επηρεάζει σε υπολογίσιμο βαθμό τις
χρηματαγορές στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη, τάχθηκε χωρίς περιστροφές
υπέρ μιας σημαντικής επέκτασης του ισολογισμού της ΕΚΤ, επισημαίνοντας
ότι ο χαμηλός πληθωρισμός που σημειώνεται στην Ευρωζώνη αποτελεί
πρόβλημα. Δανειζόμενη την περίφημη φράση του Μάριο Ντράγκι τον Ιούλιο
2012, χάρη στην οποία είχαν περιοριστεί οι κερδοσκοπικές πιέσεις που
εκδηλώνονταν τότε ενάντια στην Ευρωζώνη, η εφημερίδα επισήμανε πως η ΕΚΤ
σήμερα «οφείλει να κάνει ό,τι χρειαστεί» προκειμένου να αυξήσει τον
πληθωρισμό στην Ευρωζώνη στο 2%. Το όριο του 2% είναι και το επιτρεπτό
όριο βάση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Σήμερα, αντίθετα, ο πληθωρισμός στην
Ευρωζώνη είναι πολύ χαμηλός και ο συνδυασμός του με υψηλά δημοσία χρέη
και χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και μεγέθυνσης, έχει «καταδικάσει» τις
πιο αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης σε συνθήκες υψηλής ανεργίας, για
πολλά χρόνια στο μέλλον. Αυτά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας είναι μη
αναγκαία, επισημαίνουν οι Financial Times στις 20 Ιουλίου 2014.
Αντίθετα, η Τράπεζα Διεθνών
Διακανονισμών, στην Ετήσια Έκθεσή της για το 2013-2014 που δημοσιοποίησε
πρόσφατα, επισημαίνει ότι, όσον αφορά τις χώρες που έχουν χτυπηθεί
ιδιαίτερα από την τρέχουσα Παγκόσμια Κρίση, υπάρχει ανάγκη να δοθεί
μεγαλύτερη έμφαση στην εξυγίανση των ισολογισμών τους, καθώς και στην
υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και λιγότερο η ανάγκη να
χρησιμοποιηθεί η νομισματική ή δημοσιονομική πολιτική για να επιτευχθεί η
τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας στις οικονομίες αυτές.
Παρότι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών
διαπιστώνει ότι η ανάκαμψη από την κρίση είναι ασθενική και ευάλωτη,
προτάσσει ως λύση την έμφαση στην εξυγίανση των ισολογισμών, την
υλοποίηση πολιτικών αποδοχής/εγγραφής ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των
τραπεζικών συστημάτων. Η υλοποίηση πολιτικών που θα στηρίζονται στην
τόνωση της συνολικής ζήτησης απορρίπτονται ουσιαστικά από την ΤΔΔ.
Αντίθετα, έμφαση δίνεται στην ανάγκη υλοποίησης πολιτικών ανακατανομής
των υπαρχουσών πιστώσεων σε κάθε οικονομικό σύνολο. Η κατανομή των
πιστώσεων έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι το συνολικό άθροισμα των
διαθέσιμων πιστώσεων, αναφέρει χαρακτηριστικά η ΤΔΔ. Εν κατακλείδι, η
Ετήσια Έκθεση της ΔΤΤ σημειώνει ότι νομισματικές και δημοσιονομικές
πολιτικές τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που έχουν εφαρμοστεί τα
τελευταία χρόνια δεν απέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Απάντηση στις θέσεις της ΔΤΤ έχει δώσει
μεταξύ άλλων και ο Πωλ Κρούγκμαν σε προγενέστερες παρεμβάσεις του για
την αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηρικτών της χρήσης επεκτατικών
πολιτικών για την έξοδο από την κρίση, με τους οικονομολόγους που
στηρίζουν την υλοποίηση πολιτικών λιτότητας. Ο Κρούγκμαν έχει
υπογραμμίσει κατ” επανάληψη ότι οι πολιτικές τόνωσης της οικονομικής
δραστηριότητας που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια απέτυχαν γιατί δεν
ήταν ιδιαίτερα τολμηρές και άρα οι υποστηρικτές των πολιτικών λιτότητας
δεν έχουν το δικαίωμα να τις απορρίπτουν ως λύση. Αυτήν την φορά όμως
ήταν οι Financial Times αυτοί που άσκησαν κριτική στις απόψεις
της σχολής της λιτότητας που προτάσσει την ανάγκη εξυγίανσης των
ισολογισμών ως την ενδεδειγμένη πολιτική για την έξοδο από την κρίση. Η
εφημερίδα, λοιπόν, άσκησε έντονη κριτική στην Ετήσια Έκθεση της Τράπεζας
Διεθνών Διακανονισμών. Ενδεικτικά, οι Financial Times
αναφέρουν ότι ο κίνδυνος αποπληθωρισμού δεν αποτελεί σημείο ανησυχίας
για την ΔΤΤ. Επισημαίνουν, επίσης, ότι η ΔΤΤ αγνοεί τον κίνδυνο που
εμπεριέχει ένα οικονομικό περιβάλλον το οποίο διαμορφώνεται από την
αύξηση του πραγματικού χρέους, την ύπαρξη χαμηλών δαπανών, την
επιδείνωση των οικονομιών, καθώς και την παρουσία αρνητικών συνεπειών
από την ύπαρξη υφιστάμενων χρεών, σε οργανισμούς και εταιρίες, τόσο
μεγάλες σε μέγεθος, που δεν τους επιτρέπεται να δανειστούν εύκολα
περισσότερα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν πραγματικά αποδοτικές
επενδύσεις.
Οι θέσεις της ΔΤΤ όπως εκφράζονται στην Ετήσια Έκθεσή της, αγνοούν τα προβλήματα που εμφανίζονται ως προς την επίτευξη πολιτικών προσαρμογής και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, όταν οι πολιτικές και οι συνοδευτικές με αυτές μεταρρυθμίσεις, υλοποιούνται σε ένα περιβάλλον πολύ χαμηλού πληθωρισμού ή και αποπληθωρισμού. Οι Financial Times με ιδιαίτερο «επιθετικό τρόπο» κατηγόρησαν την ΔΤΤ ότι με την πρόσφατη ετήσια έκθεση της είναι ένοχη ενός «συγκλονιστικού εφησυχασμού» ως προς την πορεία των οικονομιών.
Οι θέσεις της ΔΤΤ όπως εκφράζονται στην Ετήσια Έκθεσή της, αγνοούν τα προβλήματα που εμφανίζονται ως προς την επίτευξη πολιτικών προσαρμογής και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, όταν οι πολιτικές και οι συνοδευτικές με αυτές μεταρρυθμίσεις, υλοποιούνται σε ένα περιβάλλον πολύ χαμηλού πληθωρισμού ή και αποπληθωρισμού. Οι Financial Times με ιδιαίτερο «επιθετικό τρόπο» κατηγόρησαν την ΔΤΤ ότι με την πρόσφατη ετήσια έκθεση της είναι ένοχη ενός «συγκλονιστικού εφησυχασμού» ως προς την πορεία των οικονομιών.
Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημάνω ότι
μέχρι και το ΔΝΤ, στην Δήλωση Συμπερασμάτων του στις 19.06.2014, που
αποτελεί τμήμα της ετήσιας αξιολόγησης για την κατάσταση της οικονομίας
της Ευρωζώνης, υπογράμμιζε τον κίνδυνο που προέρχεται από τον πολύ
χαμηλό πληθωρισμό που καταγράφεται στην Ευρωζώνη. Επίσης, και το πιο
ενδιαφέρον σημείο της δήλωσης του ΔΝΤ, είναι η παρότρυνση που απεύθυνε
στην ΕΚΤ να προχωρήσει στην υλοποίηση προγραμμάτων αγοράς ομολόγων
κρατών – μελών της Ευρωζώνης, προκειμένου να υλοποιήσει πολιτικές
πιστωτικής χαλάρωσης και να επιτύχει οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη
στην Ευρωζώνη.
Κριτική από τους οικονομικούς αναλυτές
δέχεται επίσης για μια ακόμη φορά η προσπάθεια της ΕΚΤ να υλοποιήσει μια
πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της χρήσης τίτλων διασφαλισμένων με
περιουσιακά στοιχεία (asset backed securities) στην Ευρώπη. Η πολιτική
αυτή τόνωσης της ρευστότητας μέσω της απόκτησης τίτλων από την ΕΚΤ
προσκρούει στην περιορισμένη προσφορά που υπάρχει στις ευρωπαϊκές αγορές
για τα προϊόντα αυτά. Αξίζει να αναφέρω ότι η αγορά τίτλων
διασφαλισμένων με περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη ανέρχεται μόλις σε
700 δις Ευρώ.
Εναλλακτικά ως προς την προαναφερόμενη πολιτική, οι Financial Times
προτείνουν την υλοποίηση από την ΕΚΤ μιας εκτεταμένης πολιτικής αγοράς
κρατικών ομολόγων. Επισημαίνεται μάλιστα ότι πληθαίνουν οι συστημικές
φωνές που εκφράζουν θετική άποψη υπέρ της υλοποίησης μιας τέτοιας
πολιτικής αγοράς κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ. Συντηρητικές φωνές,
όμως, αντιτίθενται στην υλοποίηση τέτοιων πολιτικών. Χαρακτηριστικές
είναι οι δηλώσεις του μέλους του ΔΣ της ΕΚΤ Sabine Lautenschläger η
οποία στις 6.07.2014 είπε ότι, όσον αφορά τις πολιτικές της ΕΚΤ, «δεν
βλέπω απολύτως καμία αγορά κρατικών ομολόγων στον ορίζοντα». Οι
αντιθέσεις παραμένουν ενέργειες γύρω από το ζήτημα της πολιτικής αυτής,
όμως η αποδοχή των πολιτικών που πρότασσαν προοδευτικά και αριστερά
κόμματα, ερευνητικά κέντρα και επιστήμονες από την αρχή της τρέχουσας
Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης, αυξάνεται σήμερα από τους συστημικούς
φορείς σκέψης και πολιτικής στην Ευρώπη.
Το μείγμα πολιτικής που προτάσσει η
σχολή σκέψης που ζητάει την υλοποίηση επεκτατικών πολιτικών στην Ευρώπη
για την έξοδο από την τρέχουσα Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και με την
οποία συντάσσεται χωρίς περιστροφές πλέον και μια εφημερίδα που
επηρεάζει τις χρηματαγορές, συμπυκνώνεται στην υλοποίηση πολιτικών
ποσοτικής χαλάρωσης (QE) που είναι το εργαλείο που ενδείκνυται και που
χρησιμοποιείται προκειμένου να εξέλθει μια οικονομία από την παγίδα του
χαμηλού πληθωρισμού. Η υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής με την αγορά
κρατικών ομολόγων σε συνδυασμό με την αύξηση του πληθωρισμού στο 2%, θα
επιτρέψει στην Ευρωζώνη να περιορίσει τις δυνάμεις που δημιουργούν
«υφέσεις που προέρχονται από τους ισολογισμούς» και θα αυξήσει την
προσφορά και την ζήτηση για πιστώσεις στην Ευρώπη. Με την υλοποίηση
τέτοιων πολιτικών, αντικρούονται και οι αιτιάσεις συντηρητών μελών της
Διοίκησης της ΕΚΤ καθώς και της Bundesbank οι οποίοι προκειμένου να
στοιχειοθετήσουν τις απόψεις τους για την ανάγκη συνέχισης της λιτότητας
επικαλούνται ότι το πρόβλημα που τίθεται σήμερα είναι ότι δεν υπάρχει
μεγάλη ζήτηση στην Ευρώπη για πιστώσεις.
Μια εφάμιλλη θέση η οποία ζητά την
υλοποίηση πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ σε συνδυασμό με την
άσκηση μιας πολιτικής η οποία θα οδηγήσει στην αύξηση του πληθωρισμού
στην Ευρωζώνη αρχικά τουλάχιστον στο 2% και μετέπειτα σε λίγο υψηλότερα
επίπεδα, υλοποιώντας μια πολιτική στο ζήτημα του πληθωρισμού εφάμιλλη με
αυτήν που υλοποιεί τα τελευταία χρόνια η Τράπεζα της Αγγλίας,
προτάσσεται από κάποια σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που έχουν διατηρήσει
προοδευτικά στοιχεία στον λόγο τους, ερευνητικά κέντρα προοδευτικής ή
και κεντρώας κατεύθυνσης, Κεϋνσιανούς οικονομολόγους και Πράσινα κόμματα
που κινούνται ακόμη σε μια κριτική κατεύθυνση. Η πολυμορφία των
προτάσεων για την υλοποίησης πολιτικών για την έξοδο από την κρίση
ποικίλλουν και είναι μεγάλη, ένεκα όμως των συνθηκών που επικρατών στις
οικονομίες της Ευρώπης όλες συγκλίνουν στην ανάγκη υλοποίησης πολιτικών
σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την έξοδο από την τρέχουσα κρίση σε
περιφερειακό επίπεδο.
(β) Ανασκευή των θέσεων της Bundesbank για αυξήσεις στην
Γερμανία και «πρώτες» πρωτοβουλίες από Χριστιανοδημοκράτες και
Σοσιαλδημοκράτες για αποφυγή αποπληθωρισμούΗ κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» στην Γερμανία και η Bundesbank, που προτάσσουν και εφαρμόζουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο νεοφιλελεύθερες πολιτικές αντιμετώπισης της τρέχουσας Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη υλοποίησης πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ ή η υλοποίηση παρεμβάσεων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, πρόσφατα προχώρησαν σε μια ενδιαφέρουσα στροφή ως προς τις πολιτικές που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Γερμανίας.
Καθώς ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη είναι
πολύ κάτω του 2%, μέγεθος που είναι υποχρεωμένη η ΕΚΤ να διατηρεί βάση
των Συνθηκών που διέπουν την Νομισματική Ένωση, η Bundesbank πρόσφατα
επιδόθηκε σε μια σειρά από παρεμβάσεις προκειμένου να συμβάλει στην
αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη.
Συγκεκριμένα, ο Επικεφαλής Οικονομολόγος
της Bundesbank Jens Ulbrich πρόσφατα ενθάρρυνε τα γερμανικά συνδικάτα
να υιοθετήσουν μια πιο επιθετική και απαιτητική στάση στις
διαπραγματεύσεις που διεξάγουν με τις εργοδοτικές οργανώσεις για τις
νέες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Αιτία της στάσης αυτής του Jens
Ulbrich είναι ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός που καταγράφεται στην Γερμανία
και ο οποίος ανήλθε μόλις στο 1% τον Ιούνιο 2014.
Επιπρόσθετα, η Bundesbank ενέκρινε την
απόφαση της Γερμανικής Κυβέρνησης να θεσπίσει κατώτερο ημερομίσθιο για
την Γερμανία και το οποίο θα κυμαίνεται στα 8,5 Ευρώ την ώρα. Έχει
σημασία να επισημάνω ότι ο Νόμος για την θέσπιση κατώτερου ημερομισθίου
θα ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2015 και αφορά το σύνολο σχεδόν των κλάδων
της Γερμανικής οικονομίας. Παρότι μερικοί κλάδοι έχουν λάβει εξαιρέσεις
από το μέτρο αυτό, με τον Νόμο που έχει συναφθεί, η Γερμανία θα
αποχτήσει για πρώτη φορά κατώτερο ημερομίσθιο με καθολική ισχύ.
Οι πρωτοβουλίες αυτές τόσο της
γερμανικής Κυβέρνησης καθώς και της Bundesbank, πέρα από το γεγονός ότι
μερικές από αυτές όπως το κατώτερο ημερομίσθιο ήταν προεκλογική δέσμευση
των κυβερνητικών εταίρων, και συγκεκριμένα των Γερμανών
Σοσιαλδημοκρατών, συνδέονται οργανικά με την επίτευξη της αύξησης του
πληθωρισμού μέσω της αύξησης των μισθών στην Γερμανία. Επιθυμητό
αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η επίτευξη δευτερογενών επιπτώσεων
στην Ευρωζώνη ως σύνολο. Η αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη μέσω της
αύξησης της καταναλωτικής δύναμης των γερμανών εργαζομένων, είναι μια
πολιτική που είχε προταθεί εδώ και καιρό, από το 2012 για παράδειγμα,
από ερευνητικά κέντρα και δεξαμενές σκέψης όπως το The Centre for
European Policy Studies (CEPS, Βρυξέλες), τώρα όμως για πρώτη φορά η
Bundesbank ενθαρρύνει την υλοποίηση τέτοιων πολιτικών.
Η υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής είναι
πιο επιθυμητή από την Bundesbank από ό,τι η υλοποίηση πολιτικών
Ποσοτικής Χαλάρωσης από την πλευρά της ΕΚΤ, αλλά και από την απόκτηση
τίτλων όπως κρατικών ομολόγων απευθείας από αυτήν, προκειμένου να
αυξηθεί η ρευστότητα και να επιτευχθεί μια αύξηση του πληθωρισμού στην
Ευρωζώνη.
Ως ανταπάντηση στις πρωτοβουλίες αυτές, ο
Επικεφαλής Οικονομολόγος της ΕΚΤ Peter Praet με δηλώσεις του που
δημοσιοποίησε μεταξύ άλλων και το Der Spiegel, στήριξε τις
παρεμβάσεις και προσπάθειες της Bundesbank για την αύξηση των μισθών των
εργαζομένων στην Γερμανία με στόχο την αύξηση του πληθωρισμού στην χώρα
αυτή και κατά συνέπεια στην Ευρωζώνη. Ο Peter Praet είπε ότι ενώ ήταν
αναγκαία η μείωση των μισθών σε κάποιες χώρες της Ευρωζώνης που είχαν
χτυπηθεί ιδιαίτερα από την κρίση, προκειμένου να επιτευχθεί η αύξηση της
παραγωγικότητας, αντίθετα, σε χώρες όπου ο πληθωρισμός ήταν χαμηλός και
η αγορά εργασίας σε καλή κατάσταση, η αύξηση των μισθών είναι η
πολιτική που ενδείκνυται. Μέσω της αύξησης των μισθών στις τελευταίες
χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Γερμανία, θα επέλθει η αύξηση του
μέσου μισθού στην Ευρωζώνη και κατά συνέπια η ΕΚΤ θα καταφέρει να
αυξήσει τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης στο 2%, ένα όριο το οποίο αποτελεί
και τον στόχο της, ανέφερε ο Peter Praet.
Αντίθετη άποψη με αυτήν των
προαναφερομένων φαίνεται ότι έχει ότι ο γνωστός αναλυτής Wolfgang
Munchau, ο οποίος θεωρεί ότι πολιτικές που δεν εκπηγάζουν από την ΕΚΤ
και από το Ευρωπαϊκό επίπεδο θα έχουν μόνο περιορισμένες επιπτώσεις για
το σύνολο της Ευρωζώνης – και αυτό διότι, σε μια νομισματική ένωση, η
έννοια του αποπληθωρισμού ή του πληθωρισμού έχει νόημα μόνο σε συνολικό
επίπεδο και όχι σε επίπεδα επιμέρους κρατών μελών μιας νομισματικής
ένωσης.
(γ) Μπροστά σε νέες προκλήσεις: ημίμετρα ή τομές και πολιτικές υπέρβασης της κρίσης με αιχμή την κοινωνίαΚαθώς η δίνη της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης συνεχίζεται, οι προσπάθειες μεταφορά της κρίσης της Ευρωζώνης σε οικονομίες της περιφέρειας που δεν είναι συνδεδεμένες οργανικά με τις οικονομίες του πυρήνα της Ευρωζώνης δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής. Ποιες πολιτικές θα χρειαστεί να εφαρμοστούν, προκειμένου η Ευρωζώνη και οι οικονομίες της Ευρώπης να βγουν από την κρίση, παραμένει το επίδικο· ως εκ τούτου, οι αντιθέσεις μεταξύ των διάφορων σημαντικών «παικτών» της διεθνής οικονομικής ζωής να διατηρούνται οξυμένες. Η αξιοποίησή τους για την πρόταξη ριζοσπαστικών, δημοκρατικών και εξισωτικών πολιτικών παραμένει το ζητούμενο για την προσπάθεια συνάρθρωσης πολιτικών εξόδου από την κρίση με την ενεργοποίηση των κοινωνιών και προς όφελος των κοινωνιών – και όχι εις βάρος τους.
Ενδεικτική αρθρογραφία
euractiv.com, “ECB backs Bundesbank call for higher German wages”, 28.07.2014
Financial Times, The European Central Bank has to hit its inflation target”, 20.07. 2014
Frankfurter Allgemeine Wirtschaft, “EZB-Direktorin Sabine Lautenschläger„Ich sehe Staatsanleihekäufe absolut nicht am Horizont“”, 07.07.2014
Bank for International Settlements, “84th BIS Annual Report”, 2013/2014, 29.06.2014
IMF, “2014 Article IV Consultation with the Euro Area Concluding Statement of the IMF Mission”, 19.06.2014
Handelsblatt, “EU-Defizitkriterien: Frankreich und Italien rütteln am Stabilitätspakt”, 18.06.2014
Financial Times, “Letter from Prof Joerg Bibow: Draghi’s magic has not removed the lowflation threat”, 11.06.2014
Reuters.co.uk, “ECB’s Mersch says chances for June action grown substantially”, 19.05.2014
The New York Times, “The Stimulus Tragedy”, 20.02.2014
krugman.blogs.nytimes.com, “Key Stimulus Graphs”, 20.02.2014
Wolfgang Münchau, “The eurozone needs to get inflation up again”, Financial Times, 10.11.2013
Daniel Gros, “Has austerity failed in Europe?”, CEPS Commentaries16.08.2013
Paul De Grauwe, Yuemei Ji, “The Legacy of Austerity in the Eurozone”, CEPS Commentaries, 04.10.2013
Paul De Grauwe, “How to avoid a double-dip recession in the Eurozone”, CEPS Commentaries, 15.11.2012
Financial Times, The European Central Bank has to hit its inflation target”, 20.07. 2014
Frankfurter Allgemeine Wirtschaft, “EZB-Direktorin Sabine Lautenschläger„Ich sehe Staatsanleihekäufe absolut nicht am Horizont“”, 07.07.2014
Bank for International Settlements, “84th BIS Annual Report”, 2013/2014, 29.06.2014
IMF, “2014 Article IV Consultation with the Euro Area Concluding Statement of the IMF Mission”, 19.06.2014
Handelsblatt, “EU-Defizitkriterien: Frankreich und Italien rütteln am Stabilitätspakt”, 18.06.2014
Financial Times, “Letter from Prof Joerg Bibow: Draghi’s magic has not removed the lowflation threat”, 11.06.2014
Reuters.co.uk, “ECB’s Mersch says chances for June action grown substantially”, 19.05.2014
The New York Times, “The Stimulus Tragedy”, 20.02.2014
krugman.blogs.nytimes.com, “Key Stimulus Graphs”, 20.02.2014
Wolfgang Münchau, “The eurozone needs to get inflation up again”, Financial Times, 10.11.2013
Daniel Gros, “Has austerity failed in Europe?”, CEPS Commentaries16.08.2013
Paul De Grauwe, Yuemei Ji, “The Legacy of Austerity in the Eurozone”, CEPS Commentaries, 04.10.2013
Paul De Grauwe, “How to avoid a double-dip recession in the Eurozone”, CEPS Commentaries, 15.11.2012
πηγή redbook
www.fotavgeia.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου