Αrt2088 Δευτέρα 26 Δεκεμβριου 2016
Ανάλυση: Aτελής νομισματική ένωση η ευρωζώνη__Tου Ονούφριου Κουλλά
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης και η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος είναι το μεγαλύτερο νομισματικό πείραμα που έγινε ποτέ στην οικονομική ιστορία. Στις σημερινές συνθήκες οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα αυτού του εγχειρήματος (μείωση κόστους συναλλαγών, διαφάνεια, ανταγωνισμός, εξάλειψη της συναλλαγματικής αβεβαιότητας κ.ά.), ταυτόχρονα, ενυπάρχουν εις αυτό και σημαντικές προκλήσεις/κίνδυνοι που οι ιθύνοντες όφειλαν να γνωρίζουν προκειμένου να λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα.Η παραδοσιακή θεωρία για τις άριστες νομισματικές περιοχές
Ο καναδός νομπελίστας οικονομολόγος Robert Mundell με το άρθρο του “The theory of Optimum Currency Areas” που δημοσιεύθηκε στο American Economic Review το 1961(!!!), έδωσε το έναυσμα για μια ευρεία ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με το κατά πόσο και υπό ποιες προϋποθέσεις δύο ή περισσότερες χώρες θα μπορούσαν να σχηματίσουν μία νομισματική ένωση.
Ανάλυση: Aτελής νομισματική ένωση η ευρωζώνη__Tου Ονούφριου Κουλλά
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης και η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος είναι το μεγαλύτερο νομισματικό πείραμα που έγινε ποτέ στην οικονομική ιστορία. Στις σημερινές συνθήκες οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα αυτού του εγχειρήματος (μείωση κόστους συναλλαγών, διαφάνεια, ανταγωνισμός, εξάλειψη της συναλλαγματικής αβεβαιότητας κ.ά.), ταυτόχρονα, ενυπάρχουν εις αυτό και σημαντικές προκλήσεις/κίνδυνοι που οι ιθύνοντες όφειλαν να γνωρίζουν προκειμένου να λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα.Η παραδοσιακή θεωρία για τις άριστες νομισματικές περιοχές
Ο καναδός νομπελίστας οικονομολόγος Robert Mundell με το άρθρο του “The theory of Optimum Currency Areas” που δημοσιεύθηκε στο American Economic Review το 1961(!!!), έδωσε το έναυσμα για μια ευρεία ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με το κατά πόσο και υπό ποιες προϋποθέσεις δύο ή περισσότερες χώρες θα μπορούσαν να σχηματίσουν μία νομισματική ένωση.
Ο Mundell κατέληξε στο βασικό συμπέρασμα ότι για να σχηματιστεί μία άριστη νομισματική περιοχή θα πρέπει να υπάρχει επαρκής κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής, ιδίως της εργασίας. Επίσης, προσέδιδε ιδιαίτερη σημασία στην ευελιξία των αγορών, δηλαδή στην προσαρμοστικότητα των τιμών και των μισθών για να απορροφούνται τυχόν κρίσεις στη συνολική ζήτηση σε μεμονωμένα κράτη ή περιοχές. Η παραδοσιακή οικονομική θεωρία εμπλουτίστηκε στη συνέχεια και με άλλα σημαντικά κριτήρια όπως η ένταση των εμπορικών σχέσεων (McKinnon, 1963) και ο βαθμός δημοσιονομικής ενοποίησης των κρατών μελών μιας νομισματικής ένωσης (Kenen, 1969).
Ο μεγαλύτερος φόβος που εντοπίζεται στη βιβλιογραφία από τους οικονομολόγους είναι ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών, δηλαδή ένα μέλος ή μια ομάδα κρατών της ένωσης να αντιμετωπίζει μείωση της συνολικής ζήτησης και της παραγωγής (ύφεση) και μία άλλη ομάδα να παρουσιάζει οικονομική άνθηση (ανάπτυξη). Σε αυτήν την περίπτωση η κοινή νομισματική πολιτική (επιτόκια, ποσότητα χρήματος, συναλλαγματική ισοτιμία) καθίσταται αναποτελεσματική καθότι στην μια περίπτωση χρειάζεται επεκτατική πολιτική για να αντιμετωπιστεί η ανεργία και στην άλλη περίπτωση περιοριστική πολιτική για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος του πληθωρισμού. Τα προαναφερθέντα κριτήρια αποσκοπούσαν στην εξεύρεση εκείνων των εναλλακτικών τρόπων που θα απορροφούσαν τους κραδασμούς από τυχόν ασύμμετρες διαταραχές.
Ήταν γνωστό κατά την ώρα λήψεως της απόφασης για σχηματισμό της ευρωζώνης ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν σχημάτιζαν μία άριστη νομισματική ένωση καθότι: (α) υπήρχε (και υπάρχει ακόμη) ελάχιστη κινητικότητα της εργασίας, δηλαδή οι άνεργοι μίας χώρας δύσκολα μετακινούνται σε χώρες με οικονομική άνθηση για να επανέρχεται η ισορροπία, (β) οι οικονομίες των χωρών που υιοθέτησαν το κοινό νόμισμα παραδοσιακά αντιμετώπιζαν δυσκαμψίες, ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, και (γ) ο κοινός προϋπολογισμός ήταν (και είναι) στο μηδαμινό ποσοστό της τάξης του 1% του συνολικού ΑΕΠ, ο οποίος μάλιστα διανέμεται με άλλα κριτήρια και όχι με κριτήριο του κατά πόσο μία χώρα αντιμετωπίζει δυσχέρειες.
Οι νεώτερες οικονομικές θεωρίες
Η εισαγωγή του ευρώ και ο σχηματισμός της ευρωζώνης βασίστηκε σε νεώτερες έρευνες που άρχισαν να διαβρώνουν την παραδοσιακή θεωρία. Ήδη από το 1973 ο Mundell, αν και επέμενε στην κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής, ωστόσο, διατύπωσε την άποψη ότι η χρηματοοικονομική ολοκλήρωση, δηλαδή η κινητικότητα του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου (που μπορεί να διακινείται πολύ ευκολότερα σε σχέση με το φυσικό κεφάλαιο και την εργασία) και συνεπώς η διασύνδεση μέσω του τραπεζικού συστήματος, θα ελαχιστοποιούσε τις ασύμμετρες διαταραχές (θα τις έκανε πιο συμμετρικές). Σε κατοπινό στάδιο και ενόσω εξελισσόταν το ευρωπαϊκό εγχείρημα ο Mundell υποστήριξε το σχηματισμό της ένωσης, αναιρώντας τις αρχικές (απαισιόδοξες) απόψεις του, με αποτέλεσμα να ονομαστεί ο «πνευματικός πατέρας του ευρώ».
Οι κατοπινές έρευνες, λόγω υπερενθουσιασμού για μια γιγαντιαία προσπάθεια, άρχισαν να εστιάζουν στα θετικά και όχι στα αρνητικά της νομισματικής ένωσης (π.χ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1990). Κατά συνέπεια, κατέληγαν στην εκτίμηση ότι ζυγίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά πολλές χώρες θα επωφελούνταν από την ένταξή τους σε ένα κοινό νόμισμα. Η νεώτερη θεωρία ισχυριζόταν ότι η ένταξη αφ’ εαυτής σε ένα κοινό νόμισμα θα οδηγήσει σε εμβάθυνση των εμπορικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων, άρα και σε θετική συσχέτιση των οικονομικών κύκλων των κρατών που θα έχουν ένα κοινό νόμισμα (Frankel, 1999). Κατά συνέπεια ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών θα υποβαθμιστεί σταδιακά, με την περαιτέρω οικονομική ενοποίηση που θα φέρει το ίδιο το κοινό νόμισμα (π.χ. De Grauwe και Mongelli, 2004).
Μία αντίθετη άποψη είχε διατυπωθεί από τον ειδικό στο διεθνές εμπόριο νομπελίστα οικονομολόγο Paul Krugman (1993). Σύμφωνα με τον Krugman η ύπαρξη μίας νομισματικής ένωσης και οι αυξημένες συνθήκες ανταγωνισμού που αυτή θα επιφέρει θα οδηγήσει σε περαιτέρω εξειδίκευση των επιμέρους οικονομιών στους τομείς που θα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα (π.χ. η Ισπανία στον τουρισμό και η Γερμανία στη βιομηχανία). Κατά συνέπεια ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών (ελλιπής συντονισμός των οικονομικών κύκλων) ενδεχομένως να αυξηθεί.
Η δεκαετία του 2000
Παρά την πιο πάνω (εν πολλοίς επιφυλακτική) ακαδημαϊκή έρευνα οι τότε πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έκριναν (ορθώς) πως η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος ήταν εξέχουσας πολιτικής σημασίας. Κυριάρχησε η άποψη πως έπρεπε, σε πρώτη φάση, να σχηματιστεί η νομισματική ένωση στο πλαίσιο που αυτή θα ήταν πολιτικά εφικτή και, ακολούθως, οι όποιες ατέλειες θα μπορούσαν να διορθωθούν σταδιακά μέσα από τη δυναμική οικονομική και πολιτική ενοποίηση που θα έφερνε το κοινό νόμισμα.
Στα πρώτα χρόνια όλοι παρασύρθηκαν (και εφησυχάστηκαν) από την επιτυχή εισαγωγή του ευρώ. Τα επιτόκια και οι πληθωρισμοί χωρών με κακή προϊστορία (π.χ. Ιταλία, Ελλάδα) μειώθηκαν, οι ρυθμοί ανάπτυξης αυξήθηκαν και τα spreads των ομολόγων συρρικνώθηκαν. Ωστόσο, παρά την απροσδόκητη σύγκλιση μεταξύ ορισμένων μεγεθών, εντούτοις, χώρες όπως οι Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Κύπρος έτρεχαν με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης απ’ ό,τι οι Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κλπ. Κατ’ επέκταση οι πληθωρισμοί και η πιστωτική επέκταση (δανεισμός) σ’ αυτές τις χώρες ήταν πολύ μεγαλύτεροι από άλλα κράτη. Κατ’ ακρίβεια το επιτόκιο της ΕΚΤ έπρεπε να ήταν υψηλότερο γι’ αυτές τις χώρες και χαμηλότερο για τις υπόλοιπες. Εν ολίγοις, αν και τα πράγματα έβαιναν (φαινομενικά) καλώς, η δεκαετία του 2000 φύτεψε τον σπόρο της φούσκας σε ορισμένες οικονομίες, ιδιαίτερα στον τομέα των ακινήτων.
Αν και οι διαφορές στον πληθωρισμό δεν ήταν τεράστιες όπως προηγουμένως, εντούτοις, ήταν σημαντικές και επιδείκνυαν διάρκεια. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, οφειλόταν (α) στον ανεπαρκή συντονισμό των προϋπολογισμών των κρατών μελών (δημοσιονομική πολιτική), (β) στο γεγονός ότι κάποιες χώρες έδιδαν αυξήσεις στους μισθούς πέραν της παραγωγικότητας, και (γ) ορισμένες χώρες είχαν μεγαλύτερες δυσκαμψίες στις αγορές προϊόντων και εργασίας από άλλες. Οι διαχρονικές συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχαν αγνοηθεί από αρκετά κράτη μέλη, λόγω και της γενικότερης ευφορίας που υπήρχε.
Το τέλος της δεκαετίας (2009 – 2010) βρήκε τις οικονομίες της ευρωζώνης να έχουν χτυπηθεί από μία ισχυρή ασύμμετρη διαταραχή. Η Γερμανία (η οποία υλοποίησε έγκαιρα τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις) και ορισμένα άλλα κράτη είχαν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ άλλα μέλη της ευρωζώνης αντιμετώπισαν σοβαρότατη ύφεση. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ήταν και πάλι αναποτελεσματική. Αρκετά κράτη χρειάζονταν χαμηλότερα επιτόκια, άρα και ασθενέστερη ισοτιμία του ευρώ, αλλά το ειδικό βάρος της γερμανικής οικονομίας και ορισμένων άλλων βόρειων κρατών δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο (η πολιτική της ΕΚΤ αντιπροσωπεύει πάντοτε τον σταθμισμένο μέσο όρο).
Η περίοδος μετά το 2010 – μεταρρυθμίσεις της Ευρωζώνης
Το 2010 η ύφεση οδήγησε σε τραπεζική κατάρρευση και ακολούθως σε κρίση χρέους τις οικονομίες που τη δεκαετία του 2000 φαινόταν ότι πήγαιναν αρκετά καλά (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Κύπρος). Η κρίση χρέους ανέδειξε ακόμη ένα τεράστιο πρόβλημα, πέραν του κινδύνου της ασύμμετρης διαταραχής. Γνωρίζοντας οι αγορές ότι σε μία νομισματική ένωση ένα κράτος μέλος δεν έχει στη διάθεσή του τη νομισματική πολιτική για να αντιμετωπίσει την εν εξελίξει ύφεση και ότι η προσαρμογή θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αργόσυρτη και πολιτικά επώδυνη, υποβάθμιζαν έτι περαιτέρω τις οικονομίες που αντιμετώπιζαν υψηλά ελλείμματα και χρέη. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που αποφασίστηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο (π.χ. πιο αυστηρή εποπτεία των προϋπολογισμών των κρατών μελών, ενιαία τραπεζική εποπτεία των τραπεζών) ήταν μεν σημαντικές αλλά όχι επαρκείς. Η ευρωζώνη παραμένει μία ατελής νομισματική ένωση.
Συμπεράσματα για το μέλλον
Η ακαδημαϊκή έρευνα μας βοηθά αφενός να αντιληφθούμε τις αδυναμίες της νομισματικής ένωσης (για να μην ζούμε στη συνήθη μακαριότητά μας) και αφετέρου μας δίδει και τις κατάλληλες λύσεις που οδηγούν σε αντιμετώπιση των κινδύνων.
Κατ’ αρχάς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν πόσο επάναγκες είναι: (α) να έχουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και (β) να αντιμετωπίσουν τις παραδοσιακές τους δυσκαμψίες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αναγκαίο ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμείο εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων (έστω μερικώς). Και επειδή η κινητικότητα της εργασίας ουδέποτε θα φτάσει σε υψηλά επίπεδα (λόγω των πολιτισμικών και γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων), θα χρειαστεί επέκταση του κοινοτικού προϋπολογισμού για μεταβίβαση πόρων για μετριασμό των αρχικών συνεπειών των ασύμμετρων διαταραχών. Επίσης, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο ένα μέρος των εθνικών χρεών να αμοιβαιοποιηθεί (π.χ. με έκδοση ευρωομολόγων για επενδύσεις).
Εν ολίγοις, μόνο εάν τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν κοινούς κινδύνους, έχουν κοινές ευθύνες και υπακούουν σε κοινούς κανόνες (περισσότερη ενοποίηση) θα θεωρείται ατράνταχτη η παντοτινή ύπαρξη της ευρωζώνης.
*Ονούφριος Κουλλά, Οικονομολόγος (Bsc, Msc, MBA)
www.fotavgeia.blogspot.com
Ο μεγαλύτερος φόβος που εντοπίζεται στη βιβλιογραφία από τους οικονομολόγους είναι ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών, δηλαδή ένα μέλος ή μια ομάδα κρατών της ένωσης να αντιμετωπίζει μείωση της συνολικής ζήτησης και της παραγωγής (ύφεση) και μία άλλη ομάδα να παρουσιάζει οικονομική άνθηση (ανάπτυξη). Σε αυτήν την περίπτωση η κοινή νομισματική πολιτική (επιτόκια, ποσότητα χρήματος, συναλλαγματική ισοτιμία) καθίσταται αναποτελεσματική καθότι στην μια περίπτωση χρειάζεται επεκτατική πολιτική για να αντιμετωπιστεί η ανεργία και στην άλλη περίπτωση περιοριστική πολιτική για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος του πληθωρισμού. Τα προαναφερθέντα κριτήρια αποσκοπούσαν στην εξεύρεση εκείνων των εναλλακτικών τρόπων που θα απορροφούσαν τους κραδασμούς από τυχόν ασύμμετρες διαταραχές.
Ήταν γνωστό κατά την ώρα λήψεως της απόφασης για σχηματισμό της ευρωζώνης ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν σχημάτιζαν μία άριστη νομισματική ένωση καθότι: (α) υπήρχε (και υπάρχει ακόμη) ελάχιστη κινητικότητα της εργασίας, δηλαδή οι άνεργοι μίας χώρας δύσκολα μετακινούνται σε χώρες με οικονομική άνθηση για να επανέρχεται η ισορροπία, (β) οι οικονομίες των χωρών που υιοθέτησαν το κοινό νόμισμα παραδοσιακά αντιμετώπιζαν δυσκαμψίες, ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, και (γ) ο κοινός προϋπολογισμός ήταν (και είναι) στο μηδαμινό ποσοστό της τάξης του 1% του συνολικού ΑΕΠ, ο οποίος μάλιστα διανέμεται με άλλα κριτήρια και όχι με κριτήριο του κατά πόσο μία χώρα αντιμετωπίζει δυσχέρειες.
Οι νεώτερες οικονομικές θεωρίες
Η εισαγωγή του ευρώ και ο σχηματισμός της ευρωζώνης βασίστηκε σε νεώτερες έρευνες που άρχισαν να διαβρώνουν την παραδοσιακή θεωρία. Ήδη από το 1973 ο Mundell, αν και επέμενε στην κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής, ωστόσο, διατύπωσε την άποψη ότι η χρηματοοικονομική ολοκλήρωση, δηλαδή η κινητικότητα του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου (που μπορεί να διακινείται πολύ ευκολότερα σε σχέση με το φυσικό κεφάλαιο και την εργασία) και συνεπώς η διασύνδεση μέσω του τραπεζικού συστήματος, θα ελαχιστοποιούσε τις ασύμμετρες διαταραχές (θα τις έκανε πιο συμμετρικές). Σε κατοπινό στάδιο και ενόσω εξελισσόταν το ευρωπαϊκό εγχείρημα ο Mundell υποστήριξε το σχηματισμό της ένωσης, αναιρώντας τις αρχικές (απαισιόδοξες) απόψεις του, με αποτέλεσμα να ονομαστεί ο «πνευματικός πατέρας του ευρώ».
Οι κατοπινές έρευνες, λόγω υπερενθουσιασμού για μια γιγαντιαία προσπάθεια, άρχισαν να εστιάζουν στα θετικά και όχι στα αρνητικά της νομισματικής ένωσης (π.χ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1990). Κατά συνέπεια, κατέληγαν στην εκτίμηση ότι ζυγίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά πολλές χώρες θα επωφελούνταν από την ένταξή τους σε ένα κοινό νόμισμα. Η νεώτερη θεωρία ισχυριζόταν ότι η ένταξη αφ’ εαυτής σε ένα κοινό νόμισμα θα οδηγήσει σε εμβάθυνση των εμπορικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων, άρα και σε θετική συσχέτιση των οικονομικών κύκλων των κρατών που θα έχουν ένα κοινό νόμισμα (Frankel, 1999). Κατά συνέπεια ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών θα υποβαθμιστεί σταδιακά, με την περαιτέρω οικονομική ενοποίηση που θα φέρει το ίδιο το κοινό νόμισμα (π.χ. De Grauwe και Mongelli, 2004).
Μία αντίθετη άποψη είχε διατυπωθεί από τον ειδικό στο διεθνές εμπόριο νομπελίστα οικονομολόγο Paul Krugman (1993). Σύμφωνα με τον Krugman η ύπαρξη μίας νομισματικής ένωσης και οι αυξημένες συνθήκες ανταγωνισμού που αυτή θα επιφέρει θα οδηγήσει σε περαιτέρω εξειδίκευση των επιμέρους οικονομιών στους τομείς που θα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα (π.χ. η Ισπανία στον τουρισμό και η Γερμανία στη βιομηχανία). Κατά συνέπεια ο κίνδυνος ασύμμετρων διαταραχών (ελλιπής συντονισμός των οικονομικών κύκλων) ενδεχομένως να αυξηθεί.
Η δεκαετία του 2000
Παρά την πιο πάνω (εν πολλοίς επιφυλακτική) ακαδημαϊκή έρευνα οι τότε πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έκριναν (ορθώς) πως η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος ήταν εξέχουσας πολιτικής σημασίας. Κυριάρχησε η άποψη πως έπρεπε, σε πρώτη φάση, να σχηματιστεί η νομισματική ένωση στο πλαίσιο που αυτή θα ήταν πολιτικά εφικτή και, ακολούθως, οι όποιες ατέλειες θα μπορούσαν να διορθωθούν σταδιακά μέσα από τη δυναμική οικονομική και πολιτική ενοποίηση που θα έφερνε το κοινό νόμισμα.
Στα πρώτα χρόνια όλοι παρασύρθηκαν (και εφησυχάστηκαν) από την επιτυχή εισαγωγή του ευρώ. Τα επιτόκια και οι πληθωρισμοί χωρών με κακή προϊστορία (π.χ. Ιταλία, Ελλάδα) μειώθηκαν, οι ρυθμοί ανάπτυξης αυξήθηκαν και τα spreads των ομολόγων συρρικνώθηκαν. Ωστόσο, παρά την απροσδόκητη σύγκλιση μεταξύ ορισμένων μεγεθών, εντούτοις, χώρες όπως οι Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Κύπρος έτρεχαν με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης απ’ ό,τι οι Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κλπ. Κατ’ επέκταση οι πληθωρισμοί και η πιστωτική επέκταση (δανεισμός) σ’ αυτές τις χώρες ήταν πολύ μεγαλύτεροι από άλλα κράτη. Κατ’ ακρίβεια το επιτόκιο της ΕΚΤ έπρεπε να ήταν υψηλότερο γι’ αυτές τις χώρες και χαμηλότερο για τις υπόλοιπες. Εν ολίγοις, αν και τα πράγματα έβαιναν (φαινομενικά) καλώς, η δεκαετία του 2000 φύτεψε τον σπόρο της φούσκας σε ορισμένες οικονομίες, ιδιαίτερα στον τομέα των ακινήτων.
Αν και οι διαφορές στον πληθωρισμό δεν ήταν τεράστιες όπως προηγουμένως, εντούτοις, ήταν σημαντικές και επιδείκνυαν διάρκεια. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, οφειλόταν (α) στον ανεπαρκή συντονισμό των προϋπολογισμών των κρατών μελών (δημοσιονομική πολιτική), (β) στο γεγονός ότι κάποιες χώρες έδιδαν αυξήσεις στους μισθούς πέραν της παραγωγικότητας, και (γ) ορισμένες χώρες είχαν μεγαλύτερες δυσκαμψίες στις αγορές προϊόντων και εργασίας από άλλες. Οι διαχρονικές συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχαν αγνοηθεί από αρκετά κράτη μέλη, λόγω και της γενικότερης ευφορίας που υπήρχε.
Το τέλος της δεκαετίας (2009 – 2010) βρήκε τις οικονομίες της ευρωζώνης να έχουν χτυπηθεί από μία ισχυρή ασύμμετρη διαταραχή. Η Γερμανία (η οποία υλοποίησε έγκαιρα τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις) και ορισμένα άλλα κράτη είχαν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ άλλα μέλη της ευρωζώνης αντιμετώπισαν σοβαρότατη ύφεση. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ήταν και πάλι αναποτελεσματική. Αρκετά κράτη χρειάζονταν χαμηλότερα επιτόκια, άρα και ασθενέστερη ισοτιμία του ευρώ, αλλά το ειδικό βάρος της γερμανικής οικονομίας και ορισμένων άλλων βόρειων κρατών δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο (η πολιτική της ΕΚΤ αντιπροσωπεύει πάντοτε τον σταθμισμένο μέσο όρο).
Η περίοδος μετά το 2010 – μεταρρυθμίσεις της Ευρωζώνης
Το 2010 η ύφεση οδήγησε σε τραπεζική κατάρρευση και ακολούθως σε κρίση χρέους τις οικονομίες που τη δεκαετία του 2000 φαινόταν ότι πήγαιναν αρκετά καλά (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Κύπρος). Η κρίση χρέους ανέδειξε ακόμη ένα τεράστιο πρόβλημα, πέραν του κινδύνου της ασύμμετρης διαταραχής. Γνωρίζοντας οι αγορές ότι σε μία νομισματική ένωση ένα κράτος μέλος δεν έχει στη διάθεσή του τη νομισματική πολιτική για να αντιμετωπίσει την εν εξελίξει ύφεση και ότι η προσαρμογή θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αργόσυρτη και πολιτικά επώδυνη, υποβάθμιζαν έτι περαιτέρω τις οικονομίες που αντιμετώπιζαν υψηλά ελλείμματα και χρέη. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που αποφασίστηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο (π.χ. πιο αυστηρή εποπτεία των προϋπολογισμών των κρατών μελών, ενιαία τραπεζική εποπτεία των τραπεζών) ήταν μεν σημαντικές αλλά όχι επαρκείς. Η ευρωζώνη παραμένει μία ατελής νομισματική ένωση.
Συμπεράσματα για το μέλλον
Η ακαδημαϊκή έρευνα μας βοηθά αφενός να αντιληφθούμε τις αδυναμίες της νομισματικής ένωσης (για να μην ζούμε στη συνήθη μακαριότητά μας) και αφετέρου μας δίδει και τις κατάλληλες λύσεις που οδηγούν σε αντιμετώπιση των κινδύνων.
Κατ’ αρχάς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν πόσο επάναγκες είναι: (α) να έχουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και (β) να αντιμετωπίσουν τις παραδοσιακές τους δυσκαμψίες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αναγκαίο ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμείο εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων (έστω μερικώς). Και επειδή η κινητικότητα της εργασίας ουδέποτε θα φτάσει σε υψηλά επίπεδα (λόγω των πολιτισμικών και γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων), θα χρειαστεί επέκταση του κοινοτικού προϋπολογισμού για μεταβίβαση πόρων για μετριασμό των αρχικών συνεπειών των ασύμμετρων διαταραχών. Επίσης, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο ένα μέρος των εθνικών χρεών να αμοιβαιοποιηθεί (π.χ. με έκδοση ευρωομολόγων για επενδύσεις).
Εν ολίγοις, μόνο εάν τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν κοινούς κινδύνους, έχουν κοινές ευθύνες και υπακούουν σε κοινούς κανόνες (περισσότερη ενοποίηση) θα θεωρείται ατράνταχτη η παντοτινή ύπαρξη της ευρωζώνης.
*Ονούφριος Κουλλά, Οικονομολόγος (Bsc, Msc, MBA)
www.fotavgeia.blogspot.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου