Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Στρατηγική για την Δημοκρατία της Κίνας




Η Δύση χρειάζεται επειγόντως μία περιεκτική Στρατηγική για την Δημοκρατία της Κίνας (Republic of China), κοινώς γνωστή ως Ταϊβάν (Taiwan). Όπως ορθώς επεσήμανε ο κ. Russell Hsiao, Executive Director του Global Taiwan Institute και αρχισυντάκτης του Global Taiwan Brief, σε βαρυσήμαντο άρθρο του στην έγκριτη αμερικανική επιθεώρηση «THE NATIONAL INTEREST», το ισχύον πλαίσιο της τριγωνικής σχέσεως μεταξύ Ουάσιγκτων, Ταϊπέϊ και Πεκίνου χρήζει αναπροσαρμογής (όρα R. Hsiao, “America Needs a Taiwan Strategy for the 21st Century”).

Γράφει ο Ηλίας Ηλιόπουλος*

Το παρόν πλαίσιο επιτρέπει στην ηπειρωτική, κομμουνιστική Κίνα (People’s Republic of China: «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας») να ασκεί δυσαναλόγως ηυξημένη επιρροή επί της Ουάσιγκτων, επί ζημία της Δημοκρατίας της Κίνας. Η δε εξακολουθητικώς παθητική και αμφιλεγομένη στάση της αμερικανικής γραφειοκρατικής ελίτ τροφοδοτεί, εξ αντικειμένου, την επιθετική στάση της κομμουνιστικής Κίνας έναντι της Δημοκρατίας της Κίνας – γεγονός το οποίον, μακράν του να περιφρουρήσει την περιφερειακή σταθερότητα και ασφάλεια, θα οδηγήσει, μεσοπροθέσμως, σε όξυνση του ζητήματος των Στενών της Ταϊβάν και, συνεπώς, στην αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Η εκλογή, πέρυσι, της κυρίας Tsai Ing-wen, ηγέτιδος του «Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος» (DPP), ως 14ης Προέδρου της Δημοκρατίας της Κίνας παρέχει στις ΗΠΑ μία πρώτης τάξεως ευκαιρία επανακαθορισμού της στρατηγικής τους έναντι της Ταϊβάν. Η νίκη της κυρίας Tsai αποτελεί ορόσημον της Ιστορίας της Ταϊβάν. Η εκτίμησή μας ερείδεται επί των κάτωθι αναφερομένων λόγων:



Εν πρώτοις, η νίκη της ήτο περιφανής. Η διαπρεπής νομικός (απόφοιτος του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ταϊβάν, του Πανεπιστημίου Cornell και της London School of Economics and Political Science) και πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κίνας έλαβε ποσοστόν ψήφων 56,1%, αφήνοντας παρασάγγας πίσω της τον υποψήφιο τού (μέχρι πρό τινος κυβερνώντος) κόμματος «Kuomintang» (KMT) κ. Eric Chu (30,1%). Τοιαύτη διαφορά (25%) μεταξύ πρώτου και δευτέρου κόμματος ουδέποτε είχε καταγραφεί στην Πολιτική Ιστορία της Ταϊβάν. Πολλώ δε μάλλον καθ’ όσον, παραλλήλως προς τον θρίαμβο της Κυρίας Tsai, το DPP κατήγαγε λαμπρά νίκη και κατά τις βουλευτικές εκλογές, αποσπώντας την συντριπτική πλειονοψηφία (68 επί 113) των εδρών του Κοινοβουλίου (Yuan).

Δεύτερον, κρίσιμο ρόλο στην επιλογή μεγάλης μερίδος ψηφοφόρων διεδραμάτισε η διαρκώς διογκουμένη ανησυχία εξ αιτίας της προϊούσης εξαρτήσεως της νησιωτικής χώρας εκ της ηπειρωτικής Κίνας και της ενταύθα ελλοχευούσης απειλής κατά του κοινωνικού και πολιτικού κεκτημένου της Ταϊβάν.

Ο απελθών Πρόεδρος κ. Ma Ying-jeou είχε ακολουθήσει, επί μίαν οκταετία, πολιτική προσεγγίσεως της κομμουνιστικής Κίνας, απτά αποτελέσματα της οποίας ήσαν η υπογραφή ενός εκπληκτικώς μεγάλου αριθμού (23) συμφωνιών «μη πολιτικής» φύσεως και η θεαματική αύξηση των διμερών εμπορικών συναλλαγών, των τουριστικών ανταλλαγών και των εν γένει σχέσεων εις τα λεγόμενα πεδία χαμηλής ή ηπίας πολιτικής. Επρόκειτο περί ιστορικώς πρωτοφανούς πολιτικής, ασκηθείσης μάλιστα – με υπερβάλλοντα ζήλον – υπό ενός ηγέτου του ιστορικού Εθνικιστικού Κόμματος «Kuomintang». Ήτοι της παρατάξεως του μεγάλου Στρατάρχου Chiang Kai-shek, που έσωσε την Ταϊβάν από την κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, το 1949.

Προδήλως, ο κ. Ma Ying-jeou υπετίμησε την έκταση της ανησυχίας, την οποίαν προκάλεσε μεταξύ των συμπολιτών του η πολιτική προσεγγίσεως μετά της ηπειρωτικής Κίνας. Αρχικώς μεν η προοπτική εξομαλύνσεως των σχέσεων μεταξύ των δύο τμημάτων του Σινικού Έθνους και, συνεπώς, μειώσεως της παραστάσεως πολεμικής απειλής έτυχε ευμενούς υποδοχής εκ μέρους της κοινής γνώμης. Ακολούθησαν τουριστικές, επαγγελματικές και φοιτητικές επισκέψεις και ταξείδια, συνάντηση ή επανένωση συγγενών και τα τοιαύτα.

Συν τω χρόνω, όμως, οι διαθέσεις των πολιτών της Ταϊβάν μετεβλήθησαν, καθ’ ο μέτρον επεκράτησε η αίσθηση ότι η νησιωτική χώρα έτεινε να αλωθεί – διά της ειρηνικής οδού, αυτήν την φοράν – υπό του βουλιμικού ηπειρωτικού «Μεγάλου Αδελφού». Όπερ θα συνεπήγετο ανήκεστο βλάβη του τρόπου βίου, του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής κουλτούρας της Ταϊβάν.

Εύγλωττη ένδειξη της μεταστροφής των διαθέσεων των πολιτών υπήρξε η έκρηξη του κύματος μαζικών διαμαρτυριών, εκ μέρους κυρίως των φοιτητών, κατά το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου 2014, μετά την ψήφιση του Cross-Strait Service Trade Agreement, η οποία οδηγούσε σε στενή οικονομική εξάρτηση της Ταϊβάν εκ του Πεκίνου. Η υποτίμηση της διογκουμένης δυσφορίας των πολιτών έναντι της συνεχιζομένης ζεύξεως της χώρας των εις το άρμα της κομμουνιστικής Κίνας επέφερε, τελικώς, την χειροτέραν εκλογική ήττα του ΚΜΤ στην Πολιτική Ιστορία της Ταϊβάν.

Οι εκλογές του 2016 απετέλεσαν, λοιπόν, ορόσημον, διότι οι πολίτες της Δημοκρατίας της Κίνας διεδήλωσαν την ιδίαν, διακριτή της (ηπειρωτικής) Σινικής, εθνο-πολιτισμική ταυτότητά των (ως «Ταϊβανέζων» – και ουχί ως «Κινέζων», γενικώς). Εν προκειμένω ανιχνεύεται ένα κοινωνιολογικώς ενδιαφέρον «χάσμα» γενεών, καθ’ όσον οι νεώτερες γενεές των πολιτών, των γεννηθέντων επί της Ταϊβάν, αδυνατούν να εκλάβουν ως «συγγενή» το Πεκίνον. Εις τα όμματά των φαντάζει εφιαλτικό το ενδεχόμενον να «καταπιεί» την μικρά πατρίδα τους η αποκρουστική ηπειρωτική Κίνα.

Πράγματι, η ανάλυση των μακροπροθέσμων πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών τάσεων δηλοί ότι μία ευρεία πλειονότητα των πολιτών της νησιωτικής χώρας αυτοπροσδιορίζονται σήμερα ως «μόνον Ταϊβανέζοι». Αντιθέτως, το άλλοτε ισχυρό αίτημα επανενώσεως της Κίνας μετά βίας ευρίσκει πλέον υποστήριξη υπό των πολιτών (όρα σχετικώς Election Study Center, National Chengchi University, «Changes in the Taiwanese/Chinese identity of Taiwanese as tracked in surveys by the Election Study Center, 1992–2015», καθώς επίσης Election Study Center, National Chengchi University, «Taiwan independence vs. unification with the mainland trend distribution in Taiwan, 1992–2015»).

Τέλος, η Προεδρία της κυρίας Tsai σηματοδοτεί την τρίτη, κατά σειράν, ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας στην Δημοκρατία της Κίνας, δηλούσα την ωριμότητα του πολιτικού συστήματος της χώρας αυτής. Και τούτο αξίζει ασφαλώς την αναγνώριση της Δύσεως.

Υπενθυμίζεται ότι εις βάρος της Δημοκρατίας της Κίνας διενεργήθηκε κατάφωρος αδικία εν έτει 1971, όταν η ιθύνουσα γραφειοκρατική ελίτ των ΗΠΑ, τότε Ηγέτιδος Δυνάμεως του Ελευθέρου Κόσμου, κατά μήκος του πνεύματος του Henry Kissinger, πρόδωσε την παλαιά και πιστή σύμμαχό της, προκειμένου να εξασφαλίσει την εύνοια της κομμουνιστικής ηπειρωτικής Κίνας. Συνεπεία τούτου δε η Δημοκρατία της Κίνας απώλεσε την έδρα της στον ΟΗΕ, την οποίαν κατέλαβε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Προς τιμήν του, ο αείμνηστος Πρόεδρος Ronald Reagan προσπάθησε και μέχρις ενός σημείου επέτυχε, διά των «Έξι Εγγυήσεων» (Six Assurances), να ανατρέψει τις δυσμενέστατες για την Ταϊβάν συνέπειες της πολιτικής Kissinger και, εν συνεχεία, Jimmy Carter. Ο νυν Πρόεδρος Donald Trump έχει την ιστορική ευκαιρία να συνεχίσει στην οδό που χάραξε ο Ronald Reagan. Η Δημοκρατία της Κίνας και οι πολίτες της οφείλουν να παύσουν, επιτέλους, να θεωρούνται από την Δύση και να αντιμετωπίζονται ως ήσσονος κατηγορίας, εν συγκρίσει προς την «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας» και τους υπηκόους της.

*Ο Δρ. Ηλίας Ηλιόπουλος είναι Adjunct Professor of Maritime History, American College of Greece. Τέως Καθηγητής Ναυτικής Ισχύος της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (Hellenic Naval War College) και τ. Καθηγητής Στρατηγικής της Σχολής Εθνικής Αμύνης (Hellenic National Defence College).

http://www.defence-point.gr

www.fotavgeia.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: